Υπήρχε μια εποχή στην πάλαι ποτέ κραταιά Σοβιετική Ένωση που το ενδεχόμενο θανάτου του Ιωσήφ Στάλιν δεν αντιμετωπιζόταν ως απλό βιολογικό γεγονός, αλλά σχεδόν ως αδιανόητη ιδέα. Η λατρεία του προσώπου –καλλιεργημένη επί δεκαετίες από την προπαγάνδα και ενισχυμένη από τον τρόμο των εκκαθαρίσεων– είχε δημιουργήσει μια παράδοξο ψυχολογικό φαινόμενο. Για εκατομμύρια ανθρώπους ο «πατερούλης» έμοιαζε παντοδύναμος, άρα και… αθάνατος.
Κι όμως, σαν σήμερα, στις 1 Μαρτίου 1953, ο Στάλιν υπέστη βαρύ εγκεφαλικό (εγκεφαλική αιμορραγία) στο εξοχικό του σπίτι κοντά στη Μόσχα, γεγονός που προκάλεσε παράλυση στη δεξιά πλευρά, απώλεια ομιλίας και συνείδησης. Η σοβιετική πλευρά θα το παραδεχόταν επίσημα λίγες ημέρες αργότερα: στις 4 Μαρτίου το Radio Moscow ανακοίνωσε ότι ο Στάλιν υπέστη εγκεφαλικό στις 1 Μαρτίου, ενώ στις 6 Μαρτίου μεταδόθηκε ότι πέθανε το βράδυ της 5ης Μαρτίου, στις 21:50, σε ηλικία 74 ετών.
Το εγκεφαλικό και η «σιωπή» που κράτησε ώρες
Η τραγική ειρωνεία είναι ότι ο Στάλιν δεν κατέρρευσε σε μια στιγμή πολιτικής κρίσης ή πολέμου. Κατέρρευσε μέσα στην καθημερινή ρουτίνα της εξουσίας του –μιας ρουτίνας που όλοι γύρω του φοβούνταν να διαταράξουν.
Σύμφωνα με τις επίσημες ιατρικές περιγραφές που δημοσιοποιήθηκαν αργότερα, το εγκεφαλικό ήταν τόσο σοβαρό ώστε εξαρχής τέθηκε ζήτημα επιβίωσης του Σοβιετικού ηγέτη. Οι γιατροί –όταν τελικά ανέλαβαν– επιχείρησαν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση ακόμη και με αμφιλεγόμενες πρακτικές της εποχής, όπως η χρήση βδελλών για τη μείωση της πίεσης.
Το κρίσιμο στοιχείο –αυτό που τροφοδότησε ερωτήματα και υποψίες επί δεκαετίες– δεν ήταν μόνο η βαρύτητα του επεισοδίου, αλλά το κλίμα φόβου στο εσωτερικό του μηχανισμού. Η σταλινική εξουσία είχε χτίσει ένα σύστημα όπου το «να ενοχλήσεις τον Στάλιν» μπορούσε να θεωρηθεί ύποπτο, ακόμα και μοιραίο για την καριέρα ή τη ζωή σου. Έτσι, η καθυστέρηση κινητοποίησης δεν είναι απλώς μια λεπτομέρεια: είναι αντανάκλαση ενός καθεστώτος που είχε εκπαιδεύσει τους ανθρώπους του να φοβούνται περισσότερο την οργή του ηγέτη από την απουσία του.
Γιατί ο θάνατός του έμοιαζε να «απειλεί» το ίδιο το κράτος
Όταν μεταδόθηκε ότι ο Στάλιν είναι βαριά άρρωστος, η σοβιετική κοινωνία δεν ανησύχησε μόνο για τον άνθρωπο αλλά και για το τι θα ακολουθούσε. Οι ίδιοι οι κομματικοί αξιωματούχοι φοβούνταν αποσταθεροποίηση του καθεστώτος. Ο Στάλιν είχε υπάρξει το κέντρο του συστήματος για σχεδόν τρεις δεκαετίες και είχε επιβάλει τη λογική ότι η εξουσία δεν μοιράζεται.
Την περίοδο εκείνη, άλλωστε, το πολιτικό κλίμα ήταν ήδη ηλεκτρισμένο. το καθεστώς βρισκόταν μέσα σε νέα φάση καχυποψίας και διώξεων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την υπόθεση του λεγόμενου «Doctors’ Plot» (Ιανουάριος 1953), που καλλιέργησε υστερία για «συνωμοσίες» και ενίσχυσε την αίσθηση ότι έρχεται νέος γύρος εκκαθαρίσεων.
Γι’ αυτό και μετά τον θάνατό του, η ηγεσία έσπευσε να μιλήσει για «συλλογική ηγεσία»: ήταν ένας τρόπος να καθησυχάσει το εσωτερικό της χώρας και να προλάβει ενδεχόμενο χάος.
Η σορός του Στάλιν τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στη «Αίθουσα των Κιόνων» (Hall of Columns) στη Μόσχα και στις 9 Μαρτίου 1953 πραγματοποιήθηκε η κηδεία. Εκείνη την ημέρα το φέρετρο οδηγήθηκε στην Κόκκινη Πλατεία και ο Στάλιν ενταφιάστηκε προσωρινά δίπλα στον Λένιν, στο Μαυσωλείο.
Το πένθος ήταν μαζικό –και σε μεγάλο βαθμό γνήσιο, ανεξάρτητα από το τι σήμαινε πραγματικά η εξουσία του με τον κόσμο να σχηματίζει ουρές για τρία μερόνυχτα προκειμένου να εκφράσει τον σεβασμό του.
Ο Στάλιν δεν έμεινε για πάντα στο Μαυσωλείο. Στο πλαίσιο της αποσταλινοποίησης, το σώμα του απομακρύνθηκε το 1961 και επανατάφηκε κοντά στο Τείχος του Κρεμλίνου - μια κίνηση με ισχυρό συμβολισμό: η νέα σοβιετική ηγεσία ήθελε να κόψει δημόσια τον ομφάλιο λώρο με τη λατρεία του προσώπου.
Το μεγάλο ερώτημα: Τον σκότωσαν οι αντίπαλοί του ή η ίδια του η εξουσία;
Οι θεωρίες συνωμοσίας για «δολοφονία» δεν γεννήθηκαν χωρίς λόγο. Δημιουργήθηκαν από ένα απτό γεγονός: το σταλινικό σύστημα είχε δημιουργήσει τέτοιο φόβο, ώστε η έλλειψη άμεσης αντίδρασης να μοιάζει, εκ των υστέρων, είτε με εγκληματική αμέλεια είτε με σιωπηρή επιλογή.
Όμως ακόμη κι αν κάποιος δεν υιοθετεί σενάρια δολοπλοκίας, ένα συμπέρασμα δύσκολα αποφεύγεται. Ο Στάλιν, ο αρχιτέκτονας ενός καθεστώτος καχυποψίας, κατέληξε να ζει –και να πεθάνει– μέσα σε αυτό.
Και η πρώτη μέρα της κατάρρευσής του, η 1η Μαρτίου 1953, είναι το σημείο όπου ο μύθος της παντοδυναμίας έσπασε, αφήνοντας πίσω όχι μόνο πένθος στους Σοβιετικούς, αλλά και ένα ιστορικό κενό γεμάτο αναπάντητα «γιατί».